παρωδια


παρωδια
    παρῳδία
    παρ-ῳδία
    ἥ комическая переделка, пародия Arst.

Древнегреческо-русский словарь - М.: ГИИНС. . 1958.

Смотреть что такое "παρωδια" в других словарях:

  • παρῳδία — παρῳδίᾱ , παρῳδία burlesque fem nom/voc/acc dual παρῳδίᾱ , παρῳδία burlesque fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρωδία — Λογοτεχνική σύνθεση ή θέαμα (πρόζας, επιθεώρησης, χορού, μουσικής, κινηματογράφου) που παρωδεί το περιεχόμενο ή το ύφος και τη γλώσσα ενός άλλου κειμένου ή θεάματος. Το έργο που παρωδείται πρέπει να πληρεί δύο προϋποθέσεις, να είναι σοβαρό και να …   Dictionary of Greek

  • παρῳδίᾳ — παρῳδίαι , παρῳδία burlesque fem nom/voc pl παρῳδίᾱͅ , παρῳδία burlesque fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρωδία — η 1. σκόπιμη παραμόρφωση πεζού ή ποιήματος για γελοιοποίηση. 2. γελοία απομίμηση, αποτυχημένη εκτέλεση ή ενέργεια: Παρωδία δίκης, παράστασης, μουσικής εκτέλεσης, απαγγελίας κτλ …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • παρωδία — [пародиа] ουσ. Θ. пародия …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • παρῳδίας — παρῳδίᾱς , παρῳδία burlesque fem acc pl παρῳδίᾱς , παρῳδία burlesque fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρῳδίαν — παρῳδίᾱν , παρῳδία burlesque fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σπανού ακολουθία — Παρωδία κατά τον τύπο των εκκλησιαστικών ακολουθιών διάφορων μεσαιωνικών κειμένων. Ο πλήρης τίτλος του είναι: Ακολουθία του ανοσίου τραγογενή σπανού του ουρίου και εξουρίου, μηνί τω αυτώ εν έτει εφέτο. Γράφτηκε μεταξύ του 13ου και του 14ου αι.… …   Dictionary of Greek

  • παρωιδίαις — παρῳδία burlesque fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρῳδιῶν — παρῳδία burlesque fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρῳδίαις — παρῳδία burlesque fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.